Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Το δίκιο του ακαµάτη


Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

ΦΟΡΑΕΙ ΣΚΟΥΡΟ κοστούµι, ριγέ πουκάµισο και κόκκινη γραβάτα. Μόλις τελείωσε τις σπουδές του στην αγγλική φιλολογία. Εχει τώρα επιστρέψει στο πατρικό του, να ζήσει «χαραµοφάικα» µε τη µαµά και τον µπαµπά. Είναι 25 ετών και µπαινοβγαίνει στα υπουργικά γραφεία, προκειµένου να πείσει την κυβέρνηση να µην άρει το πλαφόν στα δίδακτρα των πανεπιστηµίων και κυρίως να µην αυξήσει τα επιτόκια στα φοιτητικά δάνεια.

Τον λένε Ααρον Πόρτερ και είναι ο πρόεδρος της Εθνικής Ενωσης Φοιτητών της Βρετανίας.

Δεν είναι άνεργος. Είναι συνδικαλιστής. Σαν τον Βάιο Γκανή των επιδοτήσεων, τον Σπύρο Παπασπύρο των επιδοµάτων, τον Σάββα τον Τσιµπόγλου, τον θαλασσοκράτορα. Αγωνίζεται κι αυτός να περισώσει ό,τι µπορεί από τη λαίλαπα της λιτότητας που πλήττει όλη την Ευρώπη, από τον Πειραιά µέχρι το Λίβερπουλ. Αγωνίζεται µε το στυλ του βουτυρογιάπη, του µικροµέγαλου που βιοπορίζεται χάρη στις γονικές παροχές. Δεν έχει την πολεµική πυγµή των βαλκάνιων οµολόγων του. Δεν έχει τη δύναµη να κλείσει δρόµους και λιµάνια, να πλακωθεί µε την αστυνοµία, να σπάσει και να κάψει. Θέλει, λέει, µόνο «να πείσει»  «to sufficiently make a case»...

Ο Πόρτερ είναι ντροπή για το κίνηµα. Αντί για ντεσιµπέλ και πάλεµα, ντουντούκες και καδρόνια, εκείνος επιστρατεύει µόνο επιχειρήµατα.

Δεν ξέρει το παιδί...

Δεν ξέρει ότι δουλειά του συνδικαλιστή είναι να µάχεται για τα προνόµιά του, αγνοώντας ακόµη και τις δικαστικές αποφάσεις.

Δεν ξέρει ότι νόµος είναι µόνο τα «δίκια» της συντεχνίας. Δεν ξέρει ότι όταν η συντεχνία απειλείται, η κοινωνία πρέπει να τιµωρείται.

Το παιδί, µε τη «θηλυπρεπή» του πολιτική ορθότητα, µε τον «ενδοτικό» ορθολογισµό του, δεν ξέρει πώς να επιβληθεί. Δεν έχει τρόπο να κόψει τον λώρο µε το πατρικό χαρτζιλίκι. Δεν βλέπει διέξοδο από την ανεργία. Βλέπει τα µεταπτυχιακά του στην κορνίζα. Βλέπει ότι θα πληρώνεται λιγότερο για να πληρώνει τη σύνταξη και την περίθαλψη των γονιών του. Βλέπει και µιλάει, αλλά δεν ακούγεται, γιατί η προηγούµενη γενιά είναι ακόµη στα πράγµατα, γαντζωµένη στα «κάγκελα», θυµωµένη στο πεζοδρόµιο και φωνάζει.

Ο Πόρτερ του Λονδίνου, οι Πόρτερ της Αθήνας, βλέπουν και µιλάνε. Κάποτε, όταν οι ντουντούκες σιγήσουν, θα ακουστούν.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Η φωτογραφία τι ρόλο παίζει; Άλλο να διαφωνείτε πολιτικά και άλλο να γίνεστε κατίνες.

Bookmark and Share