Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

Σύγχρονο ελληνικό λεξικό της νεολαίας




Πήρα fax, Πήρα Πρέφα : Tο κατάλαβα.
Βυσματώθηκα : Έχω πολλή δουλειά.
Ποδανά : Διάλεκτος των νέων. ( ανάποδα )
Η goa : Η rave γκόμενα.
Έφαγα ήττα : Έπαθα σοκ.
Με έδωσες : Με πρόδωσες.
.....


Την είδα Σορίν Ματέι : Έγινα πολύ κακός.
Μάτσας : Προδότης.
Μπάρκουλης είσαι; : Είσαι τρελός.
Pamela : Η γυναίκα με το μεγάλο μπαλκόνι.
Κόντρα πλακέ : Η γυναίκα με το μικρό μπαλκόνι.
Τον σακουλιάσανε : Τον πιάσανε, τον συλλάβανε.
Έφαγα φλας : Μου ήρθε ξαφνικά.
Κουκουρούκου : Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε.
Τα πήρα στο κρανίο : Νευρίασα.
Στην ψύχρα : Στα ίσια, κατάμουτρα.
Χιόνι : Ασταθής χαρακτήρας.
Ο ακάλυπτος : Ο καραφλός.
Φλάσαρα : Μου ήρθε απότομα.
Κατέβασα παροχή : Αδιαφόρησα.
Τον έκανε εμετό : Τον τρέλανε.
Σπερματοκτόνο : Απλησίαστη γκόμενα.
Μαρς : Ορμά.
Έγινα παζλ, χώμα : Κουράστηκα.
Βγάζω φανέλα, εφημερίδα : Διαδίδω.
Σαλούφα, μπακατέλα : Άσχημη γκόμενα.
Νταλίκα : Αντρογκόμενα.
Μπερκέτι : Πάρα πολύ καλό
Τσάγια ,Τσίου : άντε γεια.
Κόλλησα : Κόλλησε το μυαλό μου.
Ο καρεκλάς : Ο βλάκας.
Φλόμπα : Ελεεινή γκόμενα.
Ο φιδέμπορας : Ο ψεύτης, ο απατεώνας.
Ο γκλίτσας : Ο βλάχος.
Τη σούταρα : Την έδιωξα.
Έφαγα πίκρα : Απογοητεύτηκα.
Absolut : H γκομενάρα.
Είναι φτέλι : Είναι ξεφτιλισμένη.
Παλεύουμε; : To λες αν δεις χοντρή γκόμενα.
Μπουρούχα : Η άσχημη γκόμενα.
Φρικάρισα : Τρελλάθηκα.
Ξέρει γαλλικά και πιάνο : Αυτός που μιλάει αισχρά.
Μην καρφώνεσαι : Μην προδίδεσαι.
Κάνει τον κινέζο : Κάνει πως δεν ξέρει.
Κάνει τον Σημίτη : Το ίδιο με το παραπάνω.
Φατσοκόφτης : Ο πορτιέρης των club.
Ο σπινταριστός : Ο βιαστικός.
Τον κόβω : Τον κοιτάω.
Ρετάρισα : Χάζεψα.
Τα είδα όλα : Έμεινα έκπληκτος.
Είναι ρούχλας : Είναι τεμπέλης.
Γιάφκα : Συγκέντρωση φίλων στο σπίτι.
Έκλεισε η φάση : Κανονίστηκε.
Την κάτσαμε : Την πατήσαμε.
Βούλγαρος : Φίλαθλος του ΠΑΟΚ.
Γαύρος : Φίλαθλος του Ολυμπιακού.
Βαζέλας : Φίλαθλος του Παναθηναϊκού.
Χανούμισσα : Φίλαθλος της ΑΕΚ.

Λέμε και εννοούμε:

Χάλιας, χαλές , μανιαμούνιας : Χαζογκόμενος.
Καλώς τον αδελφό Ξεφτίλα : Καλώς τον κολλητό που είναι ομοϊδεάτης και ομοιοπαθής.
Ξελαμπικάρω : Ξεδίνω.
Κάνε την, κόψε λάσπη, στρίβε : Άδειασέ μας τη γωνιά.
Έφαγα αγγούρι / παλούκι : Είχα πολλή δουλειά.
Τα βρήκα μπαστούνια : Δυσκολεύτηκα.
Τα στύλωσα : Πεισμάτωσα.
Την τίλιασα : Έφαγα μέχρι σκασμού.
Έπαθα νίλα : Την πάτησα.
Έχω δόντι : Έχω μέσον.
Με κάρφωσες, με έδωσες, μου έκανες ματσακονιά : Με πρόδωσες.
Πήγα για χόρτα, ή για μπίζα : Την πάτησα.
Τον χόρεψε, τον έστειλε για τσάι : Τον τρέλανε.
Μπουζουριάζω κάνω τσακωτό, φακώνω : Συλλαμβάνω, πιάνω κάποιον.
Αμπλα - ούμπλα : Ασυνεννοησία.
Πήρα κρανιωδώς, άναψαν κόκκινα : Τσαντίστηκα.
Στην ξεφτίλα : Πολύ φτηνά, ή πολύ εύκολα.
Η γκόμενα είναι " γεια σου ", ή " όπου " : Είναι απλησίαστη.
Παντόφλα, τάβλα : Γυναίκα με μικρό στήθος.
Μπεμπέκα : Αντρογυναίκα.
Καϊνάρι : Στραβοπόδα ή ξεφτιλισμένη γκόμενα.
Ταλιατέλα : Πολύ άσχημη γκόμενα που το παίζει ωραία.
Σουρωτήρι, χωνί, αέρα - πατέρα, σταθμός υπεραστικών : Γκόμενα χαμηλών ηθών.
Κατά του απέναντι στόχου βά - λααα - τε : Ορμά.
Χάλασε το γρανάζι : Κόλλησε το μυαλό μου.
Αγρότης : Αγροτικό αυτοκίνητο.
Στόκος, bridge : Ο κολλημένος.
(Κα)ρέκλας , ρεμπεσκές , ρούχλας : Ο τεμπέλης.
Φεύγας, στροφίγγος : Ο ασταθής τύπος.
Φευγάτος : Ο παλαβός.
Εξάτμιση : Ο gay.
Καμπριολέ, γκάμπριο, πλατείας : Καραφλός.
Γιαούρτογλου, καραγκιοζοplayer : Βλάκας, πανηλίθιος.
Καλώς το Ντάτσουν, καλώς τα ζαντολάστιχα : Καλώς το βλάχο.
Αργύρης Χαλιλόπουλος, Χαλίλης, Γιαχαμπίμπης Γιαλελέλης : Ο βλάχος που φορά ένα κάρο χρυσά τιμαλφή.
Ρόδας, γκάζιας, γκαζοφονιάς : Μηχανόβιος.
Δίνω πασαπόρτι : Διώχνω.
Την κάνω μπραφ : Την κοπανάω.
Κάνω πάσα : Στέλνω κάποιον σε κάποιον άλλον.
Έλα γεια : Παράτα τα.
Έπαθα φρίκη, παρέδωσα πνεύμα, όλα είδον : Τα έφτυσα.
Βάζω γκολ : Τα καταφέρνω.
Έκατσε, ή (αγ)κάλιασε η φάση : Κανονίστηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Bookmark and Share