Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2012

«Όρνιθες» χωρίς τους «Όρνιθες»



του Ισαάκ Σούση 
Τα κοvσερβαρισμένα ψιμύθια της μυθικής δουλειάς του Μάνου Χατζιδάκι ήταν αρκετά για να μελαγχολήσουν τους θεατές που δεν κατεβήκαμε με μπαταρία στην Επίδαυρο για να μας αρέσουν οπωσδήποτε η για να απορρίψουμε οπωσδήποτε τους "Όρνιθες" του Κακλέα. Ήταν εξάλλου η παράσταση που επιλέξαμε για να κατεβούμε άλλη μια χρονιά τιμώντας τον υπέροχο χώρο, υπερβαίνοντας τον ξεφτισμένο θεσμό , αγνοώντας τα συμφραζόμενα που συνοδεύουν μια παράσταση στην Επίδαυρο, το κοινό κερκίδας, παγωμένες μηντιακές λάμψεις, έριδες καλλιτεχνικές συχνότατα περί όνου σκιάς.

Οι "Ορνιθες" του Κακλέα καταρχήν δεν είχαν "Ορνιθες'


 εκτός από έναν ψηλό χορευτή που ανοιγόκλεινε κάθε τρεις και λίγο πληκτικά ένα ζευγάρι μακάβριων φτερών που παραπέμπε σαν ατμόσφαιρα περισσότερο στο κοράκι του Αλαν Ποε  μια αηδόνα που δεν τραγούδησε και μάτια προσπαθούσε να χορέψει υπερπηδώντας τα εμπόδια που είχε σπείρει σε όλη τη σκηνή ο Παντελιδάκης  φορώντας ένα μπριλάντε  μπικινάκι που τόνιζε τα καλλίγραμμα οπίσθιά της που κέρδισαν ομολογουμένως τις εντυπώσεις σε όσους καθόμασταν σε απόσταση βολής και δυο Λατίνους  χορευτές με επιθεωρησιακή μανιέρα και  όλη αυτή η καθίζηση  ενώ γύρναγε η μπομπίνα  του μαγνητοφώνου που συμβόλιζε την ιστορική καταγραφή και μνήμη και από τα ηχεία του ακουγόταν η μουσική του Χατζιδάκι, η κυριότερη  αναφορά της παράστασης που πράγματι λειτούργησε σαν μπούμερανγκ εναντίον της εφόσον  δεν υπήρχαν  εδώ τα απολαυστικά χορικά που απογείωναν εκείνη την μοναδική παράσταση του Θεάτρου Τέχνης και στη θέση τους ένας ολιγομελής χορός έκοβε βόλτες ή στεκόταν αμήχανα και κοιτιόταν σαν ζαλισμένα κοτόπουλα. Η παρακμή σε όλη της την τεχνολογία. Εν ολίγοις  ‘όλο το πρώτο μέρος του δράματος με τα έξοχα  λυρικά στοιχεία που κοντράρουν την αδιέξοδη δημοκρατική πραγματικότητα  της εποχής του, σπρώχνοντας τον Αριστοφάνη στην πιο ιδιοφυή σύλληψη του  αποδόθηκε ισοπεδωτικά, άνευρα και αντιαισθητικά.

Αντίθετα το δεύτερο μέρος με την παρέλαση όλων των γνώριμων κοινωνικών παρασίτων  που στελεχώνουν τους θεσμούς - κρατικοί λειτουργοί, παπαδαριό αλλά και οι ίδιοι οι Θεοί βάσει των οποίων οι θεσμοί θεμελιώθηκαν - ήταν σαφώς πιο νευρώδες με μερικές πραγματικά πετυχημένες ιδέες, όπως το ραπάρισμα του κρατικοδίαιτου λιμάρη "εθνικού" ποιητή και το έξοχο σύμπλεγμα Ποσειδώνα, Ηρακλή, Τριβόλου που παρουσιάστηκε  σαν γλυπτό  τύπου Λαοκόωντα . Και στις δυό σκηνές που ήταν και οι διασκεδαστικότερες και οι πιο πετυχημένες της παράστασης διέπρεψε ο κύπριος ηθοποιός Προκόπης Αγαθοκλέους, σημαντική νέα άφιξη.

Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μοιρασμένες εντυπώσεις αλλά η μουσική του Χατζιδάκι παρέπεμπε διαρκώς σε κάτι που παλιότερα είχε επιτευχθεί , σε σχέση με ένα δύστοκο και αποπροσανατόλιστο παρόν. Φυσικά ήταν άλλες εποχές, οι απόηχοι της ποιητικής γενιάς του τριάντα κατέκλυζαν και τις θεατρικές απόπειρες σε μια γόνιμη αλλά και όπως αποδείχτηκε ιστορικά ασταθή ανασύσταση της ελληνικότητας και δημιουργοί σαν τον Χατζιδάκι, τον Κουν, τον Τσαρούχη είχαν το θάρρος, το όραμα αλλά και μια αστική τάξη που ψαχνότανε για το πρεστιζ των καταβολών της. Δηλαδή δεν είχανε μόνο τα μέσα και τα  μήντια στη διάθεσή τους - όπως πλείστοι σημερινοί θεατράνθρωποι- είχαν επιπλέον και κάτι να πουνε. Ήταν αληθείς ή ψευδείς οι ευαγελλισμοί ελληνικότητας της γενιάς του τριάντα; Επάνω σε αυτό θα περίμενε κανείς μια τοποθέτηση σκηνοθετών με το δημιουργικό παρελθόν του Κακλέα, που με τις εικαστικές τους σημειολογίες διεκδικούν δάφνες νεοτερικότητας, αλλά μάταια.

Η παράσταση ήταν απόλυτα συνθηκολογημένη, για να κολακέψει το κοινό και να τα βγάλει πέρα όπως, όπως με το καλοκαίρι της κρίσης. Και πάλι όμως παρά την πολιτικάντικη αναμενόμενη αερολογία, δεν βγήκε φυσικά συμπέρασμα ποιός είναι ο λαός και ποιοί αυτοί που του φταίνε; Zόρικο να συνδυάσεις τη δημοφιλία και ταυτόχρονα να καυτηριάσεις σε βάθος τα οικεία κακά.

Οι κ. κ Χαραλαμπόπουλος και Παπασπηλιόπουλος μας είναι άκρα συμπαθείς, είναι οικείοι, και πολύ σημερινοί και ευτυχώς για όλους μας έχουν και αίσθηση του μέτρου κάτι που τους κάνει ακόμα συμπαθέστερους. Αν αρκεστούν όμως σε αυτά, χάσαμε. Τη σκέψη αυτή μου δημιούργησε κυρίως ο Παπασπηλιόπουλος ενώ επιχειρούσε ουσιαστικά σκηνοθετικά αβοήθητος να την παλέψει με την σκηνή του Ευελπίδη , που γυρνά τρεκλίζοντας και παραμιλά τραγουδώντας γνωστά τραγούδια με πουλιά. Ο εξαιρετικός και φιλότιμoς ηθοποιός κατέβαλε κάθε μόχθο, αλλά το αποτέλεσμα ήταν τζούφιο, σαν να μην πίστευε ούτε και ό ίδιος σε αυτό το είδος της μπαλαφάρας που ήταν υποχρεωμένος να παραστήσει, με μια ειλικρινή εν τέλει αμηχανία απέναντι στο όλον πράγμα. Μήπως τελικά και οι ηθοποιοί εκτός από τους τραγουδιστές θα πρέπει να ξέρουν τι λένε και τι παίζουν και γιατί το παίζουν με αυτόν τον τρόπο; Ακούγεται ακραία αυτή η παρατήρηση  και όμως είναι αναγκαία , την καθιστούν αναγκαία  όσα βλέπουμε να πραγματώνονται στη σκηνή κόντρα με τις δηλώσεις και τις προθέσεις στις εκθέσεις ιδεών που αναλώνονται όλοι οι συντελεστές  πλέον στις συνεντεύξεις στα διάφορα καλών και τρέντι προθέσεων έντυπα του φεστιβάλ.

Και κάτι τελευταίο, η διακειμενικότητα χωρίς φίλτρα και τεκμηρίωση  έχει καταντήσει γαρνιτούρα σχεδόν  σε όλες τις παραστάσεις που βλέπουμε. Εδώ ο Κακλέας παρεμβάλλει στον Αριστοφάνη κείμενα της Γώγου , του Λειβαδίτη και του Δημητριάδη. Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί τα παρεμβάλλει, και επιπλέον γιατί παρεμβάλλει αυτά και όχι κάποια άλλα; Γιατί κατάντησε τόσο έυκολο να συγκόπτεται η θεατρική οικονομία μιας παράστασης και να μετατρέπεται σε ποιητικοφιλολογική βραδιά ποικιλιών . Κάντε λίγο κράτει παιδιά, ειδικά με τους έλληνες ποιητές, οι κράχτες  είναι μια ντουζίνα ονομάτων γνωστών εξ΄ ακοής στο ευρύ κοινό  και μας τελειώνουν. Είναι κουραστικό, ανούσιο και προφανές αδιέξοδο αυτό το έυκολο πάντρεμα πραγμάτων. Το δύσκολο θα ήταν να ξαναβρείς ένα σώμα για κάθε έργο που τα συμφραζόμενα της δημιουργίας του έχουν πετάξει αλλά το ίδιο δεν είναι για πέταμα. Αυτό δηλαδή που είχαν κάνει ο Κουν, ο Τσαρούχης και ο Χατζιδάκις στους Όρνιθες τότε...

*Ο Ισαάκ Σούσης είναι στιχουργός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Bookmark and Share