Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Αν η μισή μου καρδιά...


ΠΕΤΡΟΣ ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ*

ΚΕΡΚΥΡΑ. Τα φετεινά Χριστούγεννα, σκέφτομαι τους Έλληνες. Στο δρόμο το μακρύ τον δίχως γυρισμό που τους ξεσέρνει όπως το κάρο από τα γκέμια στο ζυγό, η αβελτηρία, η αμετροέπεια. Η έπαρση η χαμερπής εντεταλμένων ηγετών και η επέλαση των μετρίων. Υμνώ την αγωνία όσων υπέφεραν και μόχθησαν σε πείσμα της ιστορίας. Όσων προδόθηκαν ακόμη μια κι ύστερα λοιδορήθηκαν. Αλλά δεν έσκυψαν και δε γονάτισαν. Κι ας έμειναν μόνοι. Προσβλέποντας σε μέλλον ολοφώτεινο. Όπου μαμή του, η τωρινή μας απάντηση είναι. Πόσο ακόμα να ξημερώσει...
Τα φετεινά Χριστούγεννα, σκέφτομαι την Ιρλανδία. Σκέφτομαι το Δουβλίνο του ‘16 και την απελευθέρωση. Με τις ατέλειωτες σειρές των συσσιτίων. Μια κοινωνία περήφανη που χύθηκε όπως καυτό μολύβι ακατέργαστο και διέρρευσε σε όλη την Αμερική, χώμα, νερό και όνειρο, δημιουργική πρώτη ύλη. Ένα ζεστό ποτό σε μπυραρία στο Λίμερικ μέσα απ' τα μάτια τα κυματιστά της Λίαν. Σπούδαζε τότε Ανθρωπογεωγραφία. Έφευγαν τα μαλλιά της πίσω μέχρι τον ωκεανό. Στα χέρια της κρατούσε οδοφράγματα. Απόγευμα ήταν. Υμνώ από τότε όσο μπορώ τον Σάμιουελ Μπέκετ και τον Μπρένταν Μπίαν, τον Ντύλαν Τόμας και τον Τζέιμς Τζόις. Στιγμές που αιχμαλωτίζουν την αιωνιότητα και προσδιορίζουν μέσα μου βαθιά το ανέφικτο. Νύχτες του Μπέλφαστ.
Τα φετεινά Χριστούγεννα, σκέφτομαι την Πορτογαλία. Που οι Μαντρεντέους σώπασαν. Όχι, δεν είναι αυτή η Λισσαβόνα του Βέντερς. Κάτι έχει αλλάξει εδώ. Που έμεινε μηδαμινό. Μόνο η θλίψη της παρέμεινε ίδια. Με τι καρδιά τα τραμ ν' ανηφορίσουνε τα στενοσόκακα. Με τι φωτιά να τραγουδήσουν τώρα τα νερά στον κόλπο του Τάγου. «Ω, θάλασσα αλμυρή, πόσο πολύ από τ' αλάτι σου/ δάκρυα Πορτογάλων είναι»... Η πρόσφατη διαδήλωση κραύγασε τη Σιωπή της. Απίστευτα εκκωφαντική Σιωπή. Κατέκλυσε την αγορά της Ριμπέϊρα που τη βρήκε άδεια. «Πρέπει να διαλέξουμε αν θα τρώμε ή θα πληρώνουμε τα χρέη μας. Δεν μπορούμε να τα κάνουμε και τα δύο», είπε ο νεαρός σερβιτόρος. «Ποιο μέλλον» αναστέναξε, «δεν έχουμε μέλλον». Υμνώ το βλέμμα το αποφασιστικό του Ηθο(ς)ποιού Νούνο Νούνιες έξω από το καφέ «Brazileira», διαμαρτυρόμενος για τη μείωση κατά 25% του προϋπολογισμού για τις Τέχνες. Τον συνόδευε η «Χορωδία της Απελπισίας» -αποτελούμενη από επαγγελματίες τραγουδιστές. Κι απέναντι, το μπρούτζινο άγαλμα του Φερνάντο Πεσσόα. «... Για τα ταξίδια μας, πόσες μητέρες δεν έκλαψαν/ Πόσα παιδιά άδικα προσευχήθηκαν/ Πόσες αρραβωνιαστικιές έμειναν δίχως άντρα/ Για να γίνεις εσύ, θάλασσα, κτήμα δικό μας ...»
Που λέω καμιά φορά, μπορεί και να μου φάνηκε. Είδα τον κ. Στρος Καν (πρώην εξεγερμένο στις τάξεις της «Ένωσης Κομμουνιστών Φοιτητών» -UEC- στο Παρίσι και για την τρέχουσα χρονιά προεδρεύοντα της λέσχης Μπίλντερμπεργκ) και εν συνεχεία τον κ. Όλι Ιλμάρι Ρεν (γεννημένο στο μακρινό Μικέλι στα 1962 κι έκτοτε καταιγιστικά ανερχόμενο) να μας κουνούν το δάχτυλο υπαινικτικά από τα έδρανα του Ελληνικού Κοινοβουλίου. Το δάχτυλο το απειλητικό των Τοκογλύφων. Ταφόπλακα στις όποιες πιθανότητες ανάκαμψης της οικονομίας μας, στην όποια μας αξιοπρέπεια, στην όποια ελπίδα είχαμε για να ξεφύγουμε τη χρεοκοπία. Εικόνα Ντροπής. Μαύρη σελίδα της Ελληνικής Βουλής. Σαν να ‘χαμε ηττηθεί σε πόλεμο. Που ούτε επί Τρικούπη δεν έγιναν έτσι. Τώρα το μάθαμε καλά. Τα δικαιώματα των Σάϊλοκ όλης της γης εξασφαλισμένα. Κι η χώρα στην κατάψυξη. Καθότι μίας ύφεσης, τα μύρια όσα έπονται. Εύγε λοιπόν, καλά τα καταφέρατε. Αλλά δεν θα μπορέσω κ. Παπανδρέου (και οι συν αυτώ) να σας πω Καλά Χριστούγεννα φέτος.

Υ.Γ.: Ή όπως θα ‘λεγε κι ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ «κανείς δε μπορεί να σε καβαλήσει αν δεν είσαι σκυμμένος».

*καλλιτεχνικός διευθυντής του ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΟΥ ΙΟΝΙΟΥ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Bookmark and Share