(ένα παραμύθι για μεγάλους)
Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένα περίεργο παιδί. Ήθελε μόνο να βλέπει, ν’ ακούει, να μυρίζει, να γεύεται και ν’ ακουμπά τη ζωή γύρω του. Γι’ αυτό δεν του άρεσαν τα παραμύθια. Δε μπορούσε να καταλάβει κάποια πράγματα. Άκουγε τις ερωτήσεις και τις απορίες των άλλων παιδιών και ξεσπούσε σε γέλια, τα έδειχνε σαν να ήταν χαζά και κρατούσε την κοιλιά του. Το περίεργο παιδί ρωτούσε συνέχεια τη μαμά του και τον μπαμπά του, τον παππού και τη γιαγιά του, τους δασκάλους και τους γείτονες του, τι ήταν η ευτυχία, αλλά κανείς δεν του απαντούσε. Πόσο του άρεσε αυτή η λέξη! Πόσο στενοχωριόταν που κανένας δεν ήθελε να μιλήσει μαζί του γι’ αυτή…












